δακτυλιογλύφος

δακτῠλιο-γλύφος, ,
A engraver of gems, Critias 66 D., Phld.Po.Herc.1676.5, D.L. 1.57, Gal.12.205.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δακτυλιογλύφος — engraver of gems masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλιογλύφος — ο (AM δακτυλιογλύφος) ο χαράκτης πολύτιμων λίθων, ο τεχνίτης που επεξεργάζεται πολύτιμους λίθους. [ΕΤΥΜΟΛ. < δακτύλιος + γλυφος < γλύφω] …   Dictionary of Greek

  • δακτυλιογλύφοι — δακτυλιογλύφος engraver of gems masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλιογλύφοις — δακτυλιογλύφος engraver of gems masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλιογλύφου — δακτυλιογλύφος engraver of gems masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλιογλύφων — δακτυλιογλύφος engraver of gems masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλιογλύφῳ — δακτυλιογλύφος engraver of gems masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • POLYCRATES — I. POLYCRATES Olymp. 62. Sami Tyrannus, opibus et felicitate apud historicos inclitus, qui, quoad vixit, non tam fortunae alumnus dici potuit, quam partus. Nam aliquando, ut aliquid infortunii habuisse videretur, annulum proiecit, in mare, quem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δακτυλιογλυφία — η (AM δακτυλιογλυφία) [δακτυλιογλύφος] η επεξεργασία πολύτιμων λίθων για δαχτυλίδια …   Dictionary of Greek

  • Μνήσαρχος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Σάμιος δακτυλιογλύφος και σφραγιδογλύπτης (6ος αι. π.Χ.). Ήταν γιος του Εύφρονα ή του Ευθύφρονα και πατέρας του φιλόσοφου Πυθαγόρα, αν και σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, πατέρας του φιλόσοφου ήταν ο Μάρμικος, ο… …   Dictionary of Greek

  • Πυργοτέλης — Διάσημος δακτυλιογλύφος και σφραγιδογλύφος, που αναφέρεται από τον Πλίνιο και τον Αππούλιο. Είχε χαράξει κατά θαυμάσιο τρόπο την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου πάνω σε σμαράγδι. Δεν αναφέρεται κανένα άλλο έργο του. Έχουν βρεθεί μερικοί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.